Δεκέμβριος 1962
Το τρίχρονο αγόρι ψήνεται στον πυρετό. Πριν από λίγη ώρα, η μάνα είδε την κόκκινη γραμμή να σκαρφαλώνει ψηλά, πολύ ψηλά στο θερμόμετρο. Έριξε πάνω από τη λεπτή της ρόμπα το πιο χοντρό της ρούχο — ένα μάλλινο σάλι — και βγήκε τρέχοντας στο παγωμένο, χειμωνιάτικο πρωινό. Πίσω της, στο ράντζο του παιδιού, έμειναν ένα μισοτελειωμένο κασκόλ και οι βελόνες του πλεξίματος.
Πάει στο μπακάλικο να τηλεφωνήσει, μήπως βρει τον γιατρό, που περνάει μια φορά τον μήνα από τη γειτονιά και δεν ζητάει χρήματα από όσους δεν έχουν.
Το αγόρι μένει μόνο του στο δωμάτιο, ανάμεσα στους ασοβάντιστους τσιμεντόλιθους. Νιώθει, παρόλο που τρέμει σύγκορμο, να καίγεται. Πετάει στο πάτωμα τη φθαρμένη κουβέρτα και ανασηκώνεται στο ράντζο.
Τίποτα δεν αλλάζει. Οι φλόγες που απλώνονται στο κορμί του φουντώνουν κι άλλο, προχωρούν, και φτάνουν στο μυαλό του.
Νιώθει να βουλιάζει μέσα σε ένα τέλμα — σαν κι εκείνο που, μετά τις πρώτες βροχές και μέχρι αργά την άνοιξη, καλύπτει τον χωματόδρομο έξω από το σπίτι του. Πρέπει να βρει τρόπο να βγει στην επιφάνεια, προτού τον καταπιεί για πάντα ο δύσοσμος βούρκος που σιγά σιγά γεμίζει το δωμάτιο. Πρέπει να βρει τρόπο να τρυπήσει το μπαλόνι του τρόμου που όλο και φουσκώνει μέσα στον νου του.
Απλώνει το χέρι και πιάνει μία από τις βελόνες πλεξίματος.
Την ίδια στιγμή, σε έναν άχρονο τόπο, ένα μαυροφορεμένο χέρι σηκώνει ένα τόξο σε θέση βολής.
Το παιδί κοιτάζει γύρω του, να βρει μια ρωγμή στην πρασινωπή γλίτσα που καλύπτει τους τοίχους. Το μόνο λευκό σημείο που βλέπει είναι η πρίζα του ηλεκτρικού.
Η χορδή του τόξου τεντώνεται. Το μαυροφορεμένο χέρι αφήνει το βέλος να φύγει.
Το αγόρι βάζει τη βελόνα πλεξίματος σε μία από τις δύο μαύρες οπές που το κοιτάζουν σαν μάτια ερπετού, έτοιμου να επιτεθεί.
Η σαΐτα του θανάτου περνάει την πύλη που ενώνει τους δύο κόσμους, μπήγεται στα ακροδάχτυλα του παιδιού — αλλά δεν βρίσκει τον στόχο της. Το χέρι του τινάζεται μακριά από το ρεύμα — από το ρεύμα του ποταμού, που κυλάει ορμητικά προς το τελικό σύνορο.
Το μαυροφορεμένο χέρι κρατάει μια σημείωση για μελλοντική χρήση, στο Βιβλίο Συμβάντων μιας χώρας που δεν υπάρχει σε κανέναν από τους χάρτες του δικού μας κόσμου.
